Βλέπετε μια παλαιότερη έκδοση της σελίδας!
ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ (το) ουσ. [<αρχ. ἐγχειρίδιον < ἐγχειρίδιος < ἐν + χείρ] (Κ εγχειρίδιον) φονικό μαχαίρι, στιλέτο ∥ βιβλίο που περιέχει περιληπτικές γνώσεις
Για να συνεισφέρεις, διάβασε πρώτα: 📖 Περί ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟΥ 🗡️
Άλλες σελίδες: