Βλέπετε μια παλαιότερη έκδοση της σελίδας!
ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ (το) ουσ. [<αρχ. ἐγχειρίδιον < ἐγχειρίδιος < ἐν + χείρ] (Κ εγχειρίδιον) φονικό μαχαίρι, στιλέτο ∥ βιβλίο που περιέχει περιληπτικές γνώσεις
Κείμενα ομαδικής συγγραφής και επεξεργασίας:
Κείμενα του Ίρηκος: